Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

Τα Δυναμικά της Μεταβίβασης

Ο Wilhelm Stekel (1911b) ασχολήθηκε πρόσφατα με το σχεδόν ανεξάντλητο θέμα της μεταβίβασης σε γενικές γραμμές σε αυτό το περιοδικό[1]. Στις επόμενες σελίδες, θα ήθελα να προσθέσω μερικές σημειώσεις για να εξηγήσω για ποιο λόγο η μεταβίβαση έρχεται αναγκαστικά στο προσκήνιο κατά την διάρκεια μιας ψυχαναλυτικής θεραπείας, και με ποιο τρόπο συμβαίνει να παίζει τον γνωστό της ρόλο.
Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι κάθε άτομο, μέσω της συνδυασμένης λειτουργίας της έμφυτης προδιάθεσης και των επιδράσεων που δέχεται κατά την διάρκεια των πρώτων ετών, έχει αποκτήσει μια χαρακτηριστική, προσωπική μέθοδο συμπεριφοράς στην ερωτική του ζωή – δηλαδή, στις προϋποθέσεις που θέτει για να ερωτευτεί, στα ένστικτα που ικανοποιεί και τους στόχους που θέτει στην πορεία.[2] Αυτό οδηγεί σε ό,τι μπορεί να περιγραφεί με τον όρο «στερεότυπη πλάκα» (ή πλάκες), που επαναλαμβάνεται συνεχώς, - συνεχώς επανατυπώνεται – στην πορεία της ζωής του ατόμου, στο βαθμό που το επιτρέπουν οι εξωτερικές επιδράσεις και η φύση των ερωτικών αντικειμένων που είναι προσιτά σε αυτόν· σαφώς, [αυτή η πλάκα] δεν είναι ανεπίδεκτη μεταβολών ανάλογα με την τρέχουσα εμπειρία. Τώρα, οι παρατηρήσεις μάς έχουν δείξει ότι μόνο ένα μέρος από αυτές τις ενορμήσεις που καθορίζουν την πορεία της ερωτικής ζωής έχει περάσει μέσα από την πλήρη διαδικασία ψυχικής ανάπτυξης. Αυτό το κομμάτι κατευθύνεται προς την πραγματικότητα, είναι στην διάθεση της συνειδητής προσωπικότητας, και σχηματίζει ένα μέρος αυτής. Ένα άλλο κομμάτι των λιβιδινικών ενορμήσεων έχει παρεμποδιστεί στην πορεία της ανάπτυξης· έχει παραμείνει σε απόσταση από την συνειδητή προσωπικότητα και από την πραγματικότητα, και είτε έχει παρεμποδιστεί από την επέκταση πέραν της φαντασίας, ή έχει παραμένει εξ ολοκλήρου στο ασυνείδητο και είναι άγνωστο στην συνειδητότητα του ατόμου. Αν η ανάγκη ενός ατόμου για αγάπη/έρωτα δεν ικανοποιείται πλήρως από την πραγματικότητα, είναι καταδικασμένος να προσεγγίζει κάθε καινούργιο άτομο που συναντά με λιβιδινικές προσδοκητικές ιδέες· κι είναι πολύ πιθανό ότι αμφότερα τα κομμάτια της λίμπιντο, δηλαδή, τόσο εκείνο που μπορεί να γίνει συνειδητό όσο και εκείνο που είναι ασυνείδητο, έχουν ένα μερίδιο στην διαμόρφωση αυτής της συμπεριφοράς.
Επομένως, είναι απόλυτα φυσιολογικό και κατανοητό ότι η λιβιδινική επένδυση κάποιου που είναι εν μέρει μη-ικανοποιημένος/του οποίου η ανάγκη για αγάπη έχει καλυφθεί μερικώς, δηλαδή, μια επένδυση που διατηρείται σε εγρήγορση την προσδοκία, θα κατευθυνθεί προς τον ιατρό με παρόμοιο τρόπο. Από την προηγούμενη υπόθεσή μας προκύπτει ότι αυτή η επένδυση μπορεί να καταφεύγει σε πρωτότυπα, θα προσκολληθεί σε μία από τις στερεότυπες πλάκες που διαθέτει το υποκείμενο· ή, για να το θέσω διαφορετικά, η επένδυση θα εισάγει τον ιατρό σε μια από τις ψυχικές «σειρές» που έχει ήδη διαμορφώσει ο ασθενής. Αν ο καθοριστικός παράγοντας σε αυτήν την εξέλιξη είναι το μορφοείδωλο του πατέρα, για να χρησιμοποιήσουμε τον ταιριαστό όρο του Jung (1911, 164), η έκβαση θα μοιάζει με τις πραγματικές σχέσεις του ασθενούς προς τον ιατρό του. Όμως, η μεταβίβαση δεν δεσμεύεται σε αυτό το συγκεκριμένο πρότυπο: μπορεί να εμφανιστεί πάνω στο πρότυπο του μορφοειδώλου της μητέρας ή του αδελφού. Τα χαρακτηριστικά της μεταβίβασης στον ιατρό, που ξεπερνάει σε ένταση και ποιότητα οτιδήποτε μπορεί να δικαιολογηθεί με βάση την λογική κατανόηση, κατανοούνται αν θυμόμαστε ότι ακριβώς αυτή η μεταβίβαση δεν έχει δημιουργηθεί μόνο με βάση της συνειδητές προσδοκητικές ιδέες αλλά και από εκείνες που έχουν μείνει μακριά από την συνείδηση ή είναι ασυνείδητες.
Δεν θα υπήρχε κάτι άλλο να συζητήσουμε ή να ανησυχήσουμε στην συμπεριφορά της μεταβίβασης, εάν δεν παρέμεναν δύο σημεία για αυτήν χωρίς επεξήγηση τα οποία έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ψυχανάλυση. Πρώτον, δεν κατανοούμε για ποιο λόγο η μεταβίβαση είναι τόσο πιο έντονη στην ανάλυση με νευρωτικά άτομα απ’ ό,τι με νευρωτικά άτομα εκτός ανάλυσης· και δεύτερον, παραμένει ερώτημα για ποιο λόγο εμφανίζεται η μεταβίβαση στην ανάλυση ως η πιο ισχυρή αντίσταση στην θεραπεία, ενώ εκτός ανάλυσης πρέπει να θεωρείται ως το όχημα θεραπείας και η συνθήκη επιτυχίας. Διότι, η εμπειρία μας έχει δείξει ότι όταν αποτυγχάνει ο ελεύθερος συνειρμός του ασθενούς[3], το εμπόδιο μπορεί να αφαιρεθεί μέσω της διαβεβαίωσης ότι εκείνη την στιγμή κυριαρχείται από έναν συνειρμό που σχετίζεται με τον ίδιο τον ιατρό ή με κάτι που συνδέεται με εκείνον (και αυτό το δεδομένο μπορεί να επιβεβαιωθεί όσες φορές θέλουμε). Όταν δίδεται αυτή η πληροφορία, το εμπόδιο απομακρύνεται, ή η κατάσταση τροποποιείται από μία στην οποία οι συνειρμοί αποτυγχάνουν σε μία στην οποία συγκρατούνται. Εκ πρώτης μοιάζει να είναι ένα σημαντικό μειονέκτημα για την ψυχανάλυση ως μέθοδο ότι εκείνο που αποτελεί τον ισχυρότερο παράγοντα επιτυχίας αλλού να μετατρέπεται στο πιο ισχυρό μέσο αντίστασης. Ωστόσο, αν εξετάσουμε την κατάσταση από πιο κοντά, μπορούμε να απομακρύνουμε το πρώτο από τα δύο εμπόδια. Δεν ισχύει ότι η μεταβίβαση εμφανίζεται στην ψυχανάλυση με μεγαλύτερη ένταση και μικρότερη αναστολή απ’ ό,τι εκτός αυτής. Σε ιδρύματα όπου θεραπεύονται ψυχικά πάσχοντες με μη-αναλυτικά μέσα, παρατηρούμε ότι αναπτύσσεται η μεταβίβαση με τον πιο ισχυρό τρόπο και τις πλέον ανάξιες μορφές, φτάνοντας έως την ψυχική εξάρτηση, και επιπρόσθετα επιδεικνύοντας την σαφέστερη ερωτική απόχρωση. Η Gabriele Reuters, με την παρατηρητική της ικανότητα, περιέγραψε αυτό το φαινόμενο σε ένα εξαιρετικό βιβλίο[4] όταν δεν υπήρχε ακόμα η ψυχανάλυση· εκεί φανερώνεται η σαφέστατη εναισθησία για την φύση και την γένεση των νευρώσεων. Αυτά τα χαρακτηριστικά της μεταβίβασης πρέπει επομένως να αποδοθούν στην ίδια την νεύρωση κι όχι στην ψυχανάλυση.
Το δεύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε – το πρόβλημα του για ποιο λόγο εμφανίζεται η μεταβίβαση στην ψυχανάλυση με την μορφή αντίστασης – δεν το έχουμε αγγίξει ακόμα· τώρα πρέπει να το προσεγγίσουμε πιο προσεκτικά.
Ας περιγράψουμε την ψυχολογική κατάσταση κατά την θεραπεία. Μια σταθερή και αμετάβλητη προϋπόθεση για την έναρξη μιας ψυχονεύρωσης είναι η «ενδοστρέφεια» της λίμπιντο[5], ένας επιτυχημένος όρος του Jung[6]. Δηλαδή: το κομμάτι της λίμπιντο που μπορεί να εισέλθει στην συνείδηση/να γίνει συνειδητό και κατευθύνεται προς την πραγματικότητα περιορίζεται, και το κομμάτι που κατευθύνεται μακριά από την πραγματικότητα και είναι ασυνείδητο, και το οποίο ανήκει στο ασυνείδητο, παρ’ όλο που ακόμα ενδέχεται να θρέφει της φαντασιώσεις του υποκειμένου, αυξάνεται αναλογικά. Η λίμπιντο (είτε εν μέρει ή εν όλω) έχει εισέλθει σε μια παλινδρομική πορεία και έχει αναβιώσει τα παιδικά μορφοείδωλα του υποκειμένου.[7] Τώρα, η αναλυτική θεραπεία επιχειρεί να ακολουθήσει την λίμπιντο· προσπαθεί να ανακαλύψει την λίμπιντο, να την κάνει προσιτή στην συνείδηση/συνειδητότητα και, εν τέλει, διαθέσιμη για την πραγματικότητα. Στο σημείο που οι έρευνες τις ανάλυσης συναντούν την λίμπιντο που έχει αποσυρθεί στην κρυψώνα της, ξεκινάει μια μάχη· όλες οι δυνάμεις που έχουν προκαλέσει την παλινδρόμηση της λίμπιντο θα ξεσηκωθούν ως «αντιστάσεις» ενάντια στην εργασία της ανάλυσης, προκειμένου να διατηρήσουν την νέα τάξη πραγμάτων. Διότι, αν δεν είχαν υπάρξει οι προϋποθέσεις ώστε να δικαιολογείται η ενδοστρέφεια ή παλινδρόμηση της λίμπιντο από μια συγκεκριμένη σχέση μεταξύ του υποκειμένου και του εξωτερικού κόσμου (που εκδηλώνεται – γενικόλογα – από την ματαίωση της ικανοποίησης) και αν, έστω και στιγμιαία, δεν είχε γίνει κατάλληλη, δεν θα είχε συμβεί στο ελάχιστο. Κι όμως: οι αντιστάσεις από αυτήν την πηγή δεν είναι οι μοναδικές, ούτε και οι πιο ισχυρές. Η λίμπιντο που είναι στην διάθεση της προσωπικότητας του ατόμου ανέκαθεν βρισκόταν κάτω από την επίδραση της προσέλκυσης των ασυνείδητων συμπλεγμάτων του (ή, πιο ορθά, εκείνων των τμημάτων των συμπλεγμάτων που ανήκουν στο ασυνείδητο), και εισήλθε σε παλινδρομική πορεία επειδή [στην ιδιαίτερη συνθήκη της ανάλυσης] μειώνεται η προσέλκυση της λίμπιντο από την πραγματικότητα. Προκειμένου να ελευθερωθεί η λίμπιντο πρέπει να υπερνικηθεί η προσέλκυσή της από το ασυνείδητο· δηλαδή, πρέπει να απομακρυνθεί η απώθηση των ασυνείδητων ενστίκτων και των παραγώγων τους, που έχει εγκατασταθεί στο μεταξύ. Η απώθηση είναι υπεύθυνη κατά το μεγαλύτερο μέρος για την αντίσταση, που τόσο συχνά προκαλεί την επιμονή της ασθένειας ακόμα κι όταν δεν δικαιολογείται πλέον η προσωρινή απομάκρυνση από την πραγματικότητα. Η ανάλυση πρέπει να παλέψει ενάντια στις αντιστάσεις που προέρχονται και από τις δύο πηγές. Η αντίσταση συνοδεύει την θεραπεία βήμα-βήμα. Κάθε συνειρμός, κάθε πράξη του ατόμου σε θεραπεία λογαριάζεται με την αντίσταση και αντιπροσωπεύει έναν συμβιβασμό ανάμεσα στις δυνάμεις που επιδιώκουν την ανάνηψη και τις αντιτιθέμενες που περιέγραψα.



[1] Το περιοδικό Zentralblatt für Psychoanalyse, στο οποίο πρωτοδημοσιεύτηκε το παρόν άρθρο.
[2] Δράττομαι της ευκαιρίας να υπεραμυνθώ της εσφαλμένης κατηγορίας ότι έχω αρνηθεί την σπουδαιότητα των έμφυτων (ιδιοσυστασιακών) παραγόντων επειδή έχω τονίσει την σπουδαιότητα των παιδικών εμπειριών. Μια τέτοια κατηγορία προκύπτει από την περιορισμένη φύση εκείνου που οι άνθρωποι αναζητούν στο πεδίο της αιτιολογίας: αντίθετα προς αυτό που ισχύει συνήθως στον πραγματικό κόσμο, οι άνθρωποι προτιμούν να ικανοποιούνται με έναν μοναδικό αιτιολογικό παράγοντα. Η ψυχανάλυση έχει μιλήσει πολύ για τους τυχαίους παράγοντες στην αιτιολογία και λίγο για τους ιδιοσυστασιακούς· όμως, αυτό συμβαίνει μονάχα επειδή μπόρεσε να συνεισφέρει κάτι στους πρώτους, ενώ, κατ’ αρχήν δεν ήξερε κάτι καινούργιο για τους δεύτερους. Αρνούμαστε να επιβεβαιώσουμε ότι τα δύο είδη αιτιολογικών παραγόντων διαφέρουν επί του ουσιαστικού· αντιθέτως, υποθέτουμε ότι συνήθως επενεργούν μαζί στο παρατηρούμενο αποτέλεσμα. [Η Κληρονομικότητα και η συγκυρία] καθορίζουν την μοίρα του ανθρώπου – σπάνια ή ποτέ το ένα μόνο του. Η ποσότητα αιτιολογικής επίδρασης που θα αποδοθεί στον καθένα προσδιορίζεται ξεχωριστά σε κάθε περίπτωση. Αυτές οι περιπτώσεις θα δημιουργήσουν μια σειρά ανάλογα με την εναλλασσόμενη αναλογία με την οποία είναι παρόντες οι δύο παράγοντες, και αυτή η σειρά θα έχει αναμφίβολα τις περιπτώσεις εκείνες με ακραίες τιμές. Ανάλογα με το επίπεδο των γνώσεών μας, θα εκτιμήσουμε το μερίδιο που αναλογεί στην ιδιοσυστασία ή στην εμπειρία διαφορετικά σε κάθε ατομική περίπτωση· και θα διατηρήσουμε το δικαίωμα να τροποποιήσουμε τα συμπεράσματά μας ανάλογα με τις μεταβολές της κατανόησης που θα έχουμε. Παρεμπιπτόντως, μπορεί κανείς να θεωρήσει την ιδιοσυστασία σαν το ίζημα των συγκυριακών επιδράσεων που έχουν συμβεί στην μακρά αλυσίδα των προγόνων μας.
[3] Εννοώ ότι πράγματι σταματάει, κι όχι όταν, για παράδειγμα, ο ασθενής τους αναστέλλει εξαιτίας συνηθισμένων συναισθημάτων μη-ευχαρίστησης.
[4] Aus guter Familie, Berlin, 1895.
[5] introversion
[6] Ενώ κάποιες από τις παρατηρήσεις του Jung δίνουν την εντύπωση ότι  θεωρεί πως αυτή η ενδοστρέφεια αποτελεί χαρακτηριστικό της πρώιμης άνοιας και δεν υπεισέρχονται κατά παρόμοιο τρόπο σε άλλες νευρώσεις. – [Αυτή φαίνεται να είναι η πρώτη δημοσιευμένη περίσταση όπου ο Freud χρησιμοποιεί τον όρο «ενδοστρέφεια». Ο όρος εισήχθη από τον Jung, 1910b, 38· μάλλον όμως, ο Freud ασκεί κριτική στον Jung, 1911, 135-6 υποσημείωση. Ένα επιπλέον σχόλια για την χρήση του όρου από τον Jung βρίσκεται σε μια υποσημείωση σε ένα μετέπειτα τεχνικό άρθρο (1913c, σελίδα 125) όπως και στο άρθρο του Freud περί ναρκισσισμού (1914c, SE, 14, 74) και σε ένα απόσπασμα προς το τέλος της Διάλεξης XXIII των Εισαγωγικών Διαλέξεων (1916-17). Στα μετέπειτα έργα του, ο Freud, χρησιμοποιεί τον όρο εξαιρετικά σπάνια.]
[7] Θα ήταν βολικό να πούμε ότι «έχει επανεπενδύσει τα παιδικά συμπλέγματα». Αυτό όμως θα ήταν λάθος: ο μόνος δικαιολογημένος τρόπος έκφρασης θα ήταν: «τα ασυνείδητα μέρη αυτών των συμπλεγμάτων». Τα θέματα με τα οποία ασχολούμαστε σε αυτό το άρθρο διαπλέκονται τόσο πολύ μεταξύ τους που θα μπορούσε κανείς εύκολα να εμβαθύνει σε συναφή προβλήματα, των οποίων η διασαφήνιση θα ήταν ουσιαστικά αναγκαία προτού να μπορέσει να μιλήσει με σαφήνεια για τις ψυχικές διεργασίες που περιγράφονται εδώ. Αυτά τα προβλήματα περιλαμβάνουν την διαχωριστική γραμμή μεταξύ ενδοστρέφειας και παλινδρόμησης [της λίμπιντο], την ενσωμάτωση της θεωρίας των συμπλεγμάτων στην θεωρία της λίμπιντο, τις σχέσεις της φαντασίας προς το συνειδητό και το ασυνείδητο όπως και προς την πραγματικότητα – κι άλλα ακόμα. Δεν χρειάζεται να απολογηθώ που αντιστάθηκα σε αυτόν τον πειρασμό στο παρόν άρθρο. [ Για τον όρο «μορφοείδωλο» (εδώ και στην σελίδα 100 μιας υποσημείωσης του Εκδότη για το άρθρο περί μαζοχισμού (1924c), SE, 19, 168, υποσημείωση 2.]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου